Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

O Κεν Λόουτς και η «συνειδητή βαναυσότητα» κατά ανέργων και αναπήρων


H νέα ταινία του Βρετανού σκηνοθέτη Κεν Λόουτς, «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ»,δεν είναι ντοκιμαντέρ. Ωστόσο απεικονίζει πιστά το δράμα που αντιμετωπίζουν καθημερινά πολλοί άνεργοι, ανάπηροι και χαμηλόμισθοι στην Βρετανία (και όχι μόνο), οι οποίοι ταλαιπωρούνται από ένα βάναυσο, σχεδόν σαδιστικό, σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.


 Το σκηνικό της ταινίας είναι η πόλη Νιουκάσλ στην βόρεια Αγγλία. Όμως, όπως σχολίασαν θεατές που είδαν το έργο σε διεθνή φεστιβάλ στην Αμερική και στην Ισπανία, η υπόθεση αντικατοπτρίζει επίσης την ταλαιπωρία των φτωχών και των ανέργων σε αυτές τις χώρες. Ο Ντάνιελ Μπλέικ του Κεν Λόουτς είναι ένας 59χρονος ξυλουργός που δεν μπορεί να δουλέψει γιατί έπαθε σοβαρό έμφραγμα, ένας καλοκάγαθος άνθρωπος που όλη του τη ζωή πλήρωνε φόρους και για πρώτη φορά βρίσκεται χωρίς κανένα εισόδημα.
Για να πάρει το πενιχρό επίδομα που δικαιούται, πρέπει να αντιμετωπίσει μια απάνθρωπη γραφειοκρατία. Εκτός από το πρόβλημα υγείας, ο Μπλέικ έχει το «ελάττωμα» κάθε τίμιου ανθρώπου: απαντά ειλικρινά στις ερωτήσεις που του θέτουν στην Υπηρεσία Επιδομάτων, με αποτέλεσμα να μη θεωρηθεί ανίκανος για εργασία, παρά τη σχετική ιατρική γνωμάτευση.  
Επιπλέον «πάσχει» από αυθορμητισμό και ανθρωπιά: όταν ο μάνατζερ της Υπηρεσίας δεν επιτρέπει σε μια νεαρή ανύπαντρη μητέρα με δύο παιδιά να πάρει τη σειρά που της πρόσφερε κάποιος άλλος ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει το επίδομα της, ο Μπλέικ επεμβαίνει και τον βγάζουν έξω από το κτίριο.
 
Ο Μπλέικ αντιμετωπίζει επίσης τις δυσκολίες ενός ηλικιωμένου που δεν είναι εξοικειωμένος  με την τεχνολογία: δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ κομπιούτερ, αλλά πρέπει να υποβάλλει διαδικτυακά την αίτηση του για το πενιχρό επίδομα εύρεσης εργασίας, το οποίο αποτελεί για αυτόν τη μόνη - προσωρινή και μίζερη - σανίδα σωτηρίας. Ο Κεν Λόουτς, προκειμένου να προετοιμάσει τον πρωταγωνιστή Ντέιβ Τζονς για το ρόλο του, του ζήτησε να συμπληρώσει μια αίτηση παροχής επιδόματος.
 
Οι αιτήσεις επιδομάτων είναι πολυσέλιδες (σήμερα αποτελούνται από63 σελίδες), και λάθη στη συμπλήρωσή τους στοιχίζουν ακριβά: ο αιτών μπορεί να χάσει το επίδομα του. Στην αξιολόγηση της αίτησης και για τον καθορισμό του ποσοστού αναπηρίας των αιτούντων περιλαμβάνονται κριτήρια όπως αν μπορούν να σηκώσουν βάρος μισού κιλού, να ανέβουν δύο σκαλιά ή να σηκώσουν το χέρι τους για να βάλουν κάτι στην πάνω τσέπη του σακακιού τους. 
 Όσοι δεν πληρούν τα κριτήρια, δικαιούνται να πάρουν επίδομα εύρεσης εργασίας, εφόσον μπορούν να αποδείξουν ότι αναζητούν επί καθημερινής βάσεως κάποια θέση εργασίας, παρόλο ότι για κάθε διαθέσιμη θέση υπάρχουν εκατοντάδες ενδιαφερόμενοι.
 
Όπως είπε ο Κεν Λόουτς σε συνέντευξη του στο βρετανικό Channel 4, το έργο του αφηγείται μια ιστορία που έχει βασιστεί στις προσωπικές εμπειρίες πολλών ανέργων, στους οποίους το κράτος ασκεί «συνειδητή βαναυσότητα» μέσω ενός απάνθρωπου συστήματος κοινωνικής πρόνοιας.  Ενός συστήματος το οποίο, όπως ανέφερε ένας άνεργος στον Λόουτς, τιμωρεί ένα σύζυγο όταν χάνει το ραντεβού του με την Υπηρεσία Επιδομάτων, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι το έχασε επειδή συνόδευσε τη γυναίκα του στο μαιευτήριο για να γεννήσει.
 
Το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας στοχεύει στην αποφυγή παροχής επιδομάτων σε όσο δυνατόν περισσότερους από τους 11 εκατομμύρια εκατομμύρια Βρετανούς με προβλήματα υγείας ή ειδικές ανάγκες. Η κύρια δικαιολογία της κυβέρνησης για τη σκληρή τακτική που ακολουθείται είναι ότι κάποιοι παίρνουν επιδόματα μέσω απάτης. Όμως τέτοιες περιπτώσεις αντιστοιχούν μόνο στο 8% του κόστους της φοροδιαφυγής στην Βρετανία, η οποία δεν διώκεται με τον ίδιο ζήλο. Ενώ τα λάθη της Υπηρεσίας Επιδομάτων κοστίζουν περισσότερο στο κράτος από όσο οι εν λόγω απάτες.
 
Κατά την απονομή του Χρυσού Φοίνικα με τον οποίο τιμήθηκε η ταινία στις Κάννες τον περασμένο Μάιο, ο Κεν Λόουτς σχολίασε «Το σινεμά μας κάνει να βλέπουμε καθαρότερα τον κόσμο μας που αυτή τη στιγμή κινδυνεύει από τις ιδέες που αποκαλούμε νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος απειλεί να μας φτάσει στην καταστροφή, στη δυστυχία εκατομμυρίων ανθρώπων, από την Ελλάδα ως την Βραζιλία ...Κινδυνεύουμε να απελπιστούμε, και όταν υπάρχει απελπισία, η ακροδεξιά παίρνει την εξουσία... Πρέπει να δείξουμε ότι ένας διαφορετικός κόσμος είναι εφικτός και απαραίτητος».
 
Στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε την προβολή στις Κάννες, σχολιάζοντας το στόχο του έργου, ο Κεν Λόουτς αναφέρθηκε στα λόγια του Μπέρτολντ Μπρεχτ: «Όταν πω τα πράγματα όπως είναι, θα ραγίσω καθενός την καρδιά».
 Όντως, η ταινία προκαλεί συγκίνηση και θυμό στο θεατή (πολλοί βγαίνουν δακρυσμένοι από την προβολή), τον κεντρίζει καλώντας τον να ξεπεράσει την απάθεια και την απελπισία του και να βρει τη δύναμη να αντιδράσει κατά της κοινωνικής αδικίας. Και μάλλον αυτό είναι το σημαντικότερο επίτευγμα του Κεν Λόουτς.

Η προβολή της ταινίας στην Ελλάδα ξεκινά στις 3 Νοεμβρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου