Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Το Παράδοξο του Brexit

Ο Γάλλος μαθηματικός Μπλεζ Πασκάλ είπε την περίφημη ρήση «δεν είναι βέβαιο ότι όλα είναι αβέβαια». Αν ήταν παρών κατά το Βrexit, μπορεί να μην ήταν τόσο σίγουρος. Ενώ μια μετριασμένη έκβαση παραμένει πιθανή, η αβεβαιότητα και η εχθρότητα αυξάνονται τις τελευταίες εβδομάδες. Αυτό είναι το παράδοξο του Brexit: όσο περισσότερο χρόνο παίρνει για να ξαναμπεί η πρακτικότητα στη συζήτηση, τόσο πιο πιθανό είναι οι αποθαρρυντικές επιπτώσεις του αγνώστου να προξενήσουν μόνιμη ζημιά και στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτός υποτίθεται ότι θα ήταν ο μήνας όπου ο κόσμος θα αποκτούσε μια σαφή εικόνα για το τι να περιμένει από το Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο ετοιμάζεται να αποχωρήσει. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όμως του Οκτωβρίου δεν έκανε καθόλου μια επίσημη εξέταση πάνω στις διαπραγματεύσεις για το Brexit, ενισχύοντας την έλλειψη κατεύθυνσης του άτυπου Συμβουλίου του Σεπτεμβρίου στην Μπρατισλάβα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα μόνο αόριστες υποσχέσεις για ενότητα.

Από την πλευρά του, το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται στη δίνη μιας άσβεστης φιλονικίας μεταξύ της πρωθυπουργού Τερέσα Μέι και του Κοινοβουλίου σχετικά με τον ρόλο του δεύτερου στις διαπραγματεύσεις. Ρήξεις έχουν ακόμα εμφανιστεί μέσα στο Υπουργικό Συμβούλιο της Μέι. Και τα ζητήματα σχετικά με τη μελλοντική σχέση της Σκωτίας με το Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ εντείνονται.

Το πρόβλημα όμως εκτείνεται και πέρα από τη σύγχυση, με τις πολλές διαφορετικές μεριές να παρουσιάζονται στο εγχώριο κοινό τους υιοθετώντας όλο και περισσότερο πολωμένες, ακόμα και αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις. Η Μέι έριξε την πρώτη ισχυρή βολή στο συνέδριο του Συντηρητικού Κόμματος. Αφού δήλωσε ότι θα επικαλούνταν το άρθρο 50 το αργότερο τον Μάιο του 2017, υιοθέτησε μια αναμφισβήτητα σκληρή διαπραγματευτική στάση, δηλώνοντας ότι η διακοπή της μετανάστευσης θα έχει προτεραιότητα σε σχέση με τη διατήρηση της πρόσβασης στην ενιαία αγορά.

Οι ηγέτες τις ΕΕ απάντησαν με τον ίδιο τρόπο. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, που αρχικά υποστήριξε μια μετριοπαθή προσέγγιση, εκφώνησε έναν επικριτικό λόγο μπροστά στους Γερμανούς επιχειρηματικούς ηγέτες, επιμένοντας ότι η πρόσβαση στην ενιαία αγορά της ΕΕ δεν μπορεί να διαχωριστεί από την αποδοχή των τεσσάρων ελευθεριών της  ΕΕ- συμπεριλαμβανομένης αυτής της ελευθερίας της κυκλοφορίας. Αμέσως μετά, ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ δήλωσε ότι η Βρετανία πρέπει να πληρώσει «το τίμημα» του Brexit.

O πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ ήταν ο πιο απότομος από όλους, δηλώνοντας ότι «η μόνη πραγματική εναλλακτική ενός σκληρού Brexit είναι να μην υπάρξει Brexit». Η ψυχρή υποδοχή της Μέι στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Οκτωβρίου τόνισε αυτό το μήνυμα. Οι διαπραγματεύσεις του Brexit δεν έχουν καν αρχίσει και μια αντιπαράθεση ήδη φαίνεται αναπόφευκτη: η στρυφνότητα του Τουσκ έναντι του βρετανού Υπουργού Εξωτερικών, Μπόρις Τζόνσον.

Αν η Μέι εμμείνει στο δηλωμένο χρονοδιάγραμμα- και με τις ευρωεκλογές του 2019 δεν μπορεί να κάνει αλλιώς- αυτή η δυναμική πιθανόν να χειροτερέψει. Οι πρώτοι μήνες των επίσημων διαπραγματεύσεων θα συμπέσουν με τις εθνικές εκλογές στην Ολλανδία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, κάτι που σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή μεριά δεν θα μπορεί να ακολουθήσει τίποτα παρά μια σκληρή στάση.

Παρ’ όλα αυτά, το σενάριο του «σκληρού Brexit» με το οποίο η Μεγάλη Βρετανία θα κόψει όλους τους δεσμούς με την ενιαία αγορά, παραμένει πολύ απίθανο. Οι συνέπειες θα είναι πολύ σοβαρές για να υπολογιστούν.

Ο σχεδιασμός όμως μιας νέας σχέσης δεν θα είναι εύκολος. Στην πραγματικότητα, το μόνο στο οποίο φαίνεται ότι όλοι συμφωνούν είναι ότι θα πάρει πολύ περισσότερο από τα δύο χρόνια που δόθηκαν από τη συνθήκη της ΕΕ. Και ούτε η Ευρώπη ούτε η Βρετανία έχουν να διαθέσουν χρόνια σκληρής ρητορικής, στόμφου και αβεβαιότητας.

Η σκληροπυρηνική προσέγγιση έχει ήδη τεράστιο τίμημα για τις επιχειρήσεις- και όχι μόνο το Σίτυ του Λονδίνου. Τον προηγούμενο μήνα, η Ρενό-Νισάν έγινε η πρώτη μεγάλη εταιρεία που ανακοίνωσε ότι θα αναθεωρούσε τις προγραμματισμένες επενδυτικές της  δραστηριότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω της έλλειψης σαφήνειας σχετικά με το μετά του Brexit εμπόριο και νομικό καθεστώς.

Σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία εταιρεία. Μάλιστα, υπάρχουν φήμες ότι οι τράπεζες σχεδιάζουν να αποχωρήσουν από το Ηνωμένο Βασίλειο τον πρώτο κιόλας μήνα του 2017 εξαιτίας της  συνεχώς επιδεινούμενης ρητορικής γύρω από τις διαπραγματεύσεις του Brexit. Επιχειρήσεις της ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο- που υπολογίζονται σε περίπου τις μισές από όλες τις ξένες επενδύσεις εκεί- είναι επίσης έντονα εκτεθειμένες. Επιπλέον, οι διαφαινόμενες ρυθμιστικές αλλαγές εμποδίζουν την εξέλιξη σε σημαντικούς τομείς, όπως η ολοκλήρωση της κεφαλαιαγοράς, η οποία χρειάζεται για να επιτρέψει μεγαλύτερη παραγωγικότητα και επενδύσεις στην ήπειρο.

Μια λογική διέξοδος χρειάζεται και γρήγορα. Μια επιλογή που πρόσφατα κερδίζει έδαφος είναι μια μεταβατική συμφωνία διαρκείας, αντίστοιχη με αυτήν της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Νορβηγία. Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να οριστεί γρήγορα, χαλαρώνοντας την πίεση να σπεύσουμε σε αποφάσεις σε ακανθώδη ζητήματα σχετικά με τον προϋπολογισμό της ΕΕ, τη δικαιοδοσία των Ευρωπαϊκών δικαστηρίων και της μετανάστευσης, ενώ τίθεται ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας. Θα δώσει επίσης στην ΕΕ χρόνο για να προβεί στη δική της εσωτερική αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης μιας εξέτασης των χαρακτηριστικών της ανάγκης της ελευθερίας της κυκλοφορίας. Αλλά για να φτάσουν εκεί, οι ηγέτες και από τις δυο μεριές πρέπει να πάρουν κάποια απόσταση από το χείλος του γκρεμού και να εμποτίσουν με λίγη νηφαλιότητα τη συζήτηση.

Οι πολιτικοί πρέπει να λάβουν μέτρα για να μειώσουν την αβεβαιότητα τώρα. Κανείς στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στην ΕΕ- ούτε οι επιχειρήσεις, οι επενδυτές ή οι πελάτες- αντέχουν να ζουν σε ένα καθαρτήριο αλληλοκατηγοριών και ψηφοθηρίας.
της Ana Palacio
thepressproject.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου